Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

Στα παρασκήνια της Ιστορίας

Ιδιότυπη/πρωτότυπη για τα ελληνικά δεδομένα η τελευταία δουλειά του Μένη Κουμανταρέα με τίτλο «Το show είναι των Ελλήνων» περιλαμβάνει τρεις νουβέλες που επιχειρούν να ανασυνθέσουν τρεις κορυφαίες στιγμές της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα με μυθιστορηματικό τρόπο αλλά και με ιστορική τεκμηρίωση που θα ζήλευαν πολλά επιστημονικά συγγράματα τουλάχιστον στη χώρα μας. Βρίσκω κάπως στρογγυλό, χωρίς αιχμές και χωρίς πληγές, τον λόγο του σημαντικού συγγραφέα που όμως παραμένει μάστορας της αφήγησης ακόμη και όταν δίνει συνεντεύξεις. Δείτε από τη σημερινή Ελευθεροτυπία.

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)
Ο χρόνος φέρεται γενναιόδωρα στον Μένη Κουμανταρέα.
Τι κι αν πλησιάζει τα ογδόντα; Η κοψιά του παραμένει νεανική, η υγεία του ακλόνητη, και η δημιουργικότητά του αστείρευτη, όπως αποδεικνύεται.

«Ο μυθιστοριογράφος δεν γράφει Ιστορία, κάνει μυθοπλασία», λέει ο Μένης Κουμανταρέας. «Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι πιστός στο πνεύμα και την ατμόσφαιρα μιας εποχής»
Παρών στο λογοτεχνικό προσκήνιο εδώ και πέντε δεκαετίες, ο συγγραφέας του «Ωραίου λοχαγού» και της «Φανέλας με το εννιά» επανέρχεται φέτος δίνοντας σάρκα και οστά σε μορφές που σφράγισαν τον νεοελληνικό μας βίο -από τον Καβάφη και τον Δημήτρη Μητρόπουλο ώς τον Ιωάννη Μεταξά και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Βαδίζοντας στο μονοπάτι που χάραξε με το «Δυο φορές Ελληνας», πάτησε και αυτή τη φορά σ' ένα εξαντλητικά τεκμηριωμένο πραγματολογικό υλικό. Και μπολιάζοντάς το με προσωπικά του διλήμματα και αγωνίες, βάλθηκε ν' ανασυστήσει τρεις σημαδιακές στιγμές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, σ' έναν τόμο που φέρει τον τίτλο «Το show είναι των Ελλήνων» και κυκλοφορεί αύριο από τον «Κέδρο» μ' ένα πρωτότυπο έργο του Αλέκου Φασιανού στο εξώφυλλο.

«Εφιάλτης» το ιστορικό βιβλίο
Το ταξίδι που προσφέρουν οι τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο ξεκινά το 1932 σ' ένα μεγαλοαστικό σαλόνι της οδού Οθωνος, εκεί όπου πραγματοποιήθηκε η μοναδική συνάντηση του γηραιού Αλεξανδρινού με τον νεαρό ακόμα μαέστρο, συνεχίζεται υπό τους ήχους του Πουτσίνι σ' ένα κατάμεστο Βασιλικό Θέατρο παραμονές του ελληνο-ιταλικού πολέμου και καταλήγει στα υπόγεια του υπουργείου Εξωτερικών τον Δεκέμβρη του '44, με τον εμφύλιο προ των πυλών και την Αθήνα ήδη κομμένη στα δύο.

«Η έρευνα εδώ έφτασε στο αποκορύφωμά της», λέει ο Μένης Κουμανταρέας αφήνοντας έναν μικρό αναστεναγμό. Γιατί, «όση απόλαυση κι αν έχει να δουλεύεις πάνω σε μια ρεαλιστική βάση, είναι και βάσανο να εξαρτάσαι από τόσες ιστορικές πηγές. Ομολογώ πως δεν έχω πρόθεση να το επαναλάβω. Κι ο χειρότερος εφιάλτης μου είναι να χαρακτηριστεί το βιβλίο "ιστορικό"!».

Δεδομένου ότι βρισκόταν εν ζωή όταν διαδραματίζονταν τα όσα αναφέρει στο «Show...», τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Τη χρονιά, βέβαια, που η κριτικός Ελένη Ουράνη, γνωστή με το ψευδώνυμο Αλκης Θρύλος, οργάνωνε ένα ιδιωτικό ρεσιτάλ του Μητρόπουλου για ν' ακούσει ο Καβάφης τα μελοποιημένα από εκείνον ποιήματά του, ο Κουμανταρέας ήταν βρέφος. Η απειλή, επίσης, των βομβαρδισμών και οι σειρήνες που έσκιζαν τον αέρα το μοιραίο φθινοπωρινό πρωινό του '40 «δεν σηματοδοτούν πάρα την αρχή της κανονικής μου μνήμης» παραδέχεται. «Είχα ντυθεί να πάω σχολείο, αλλά δεν με άφησαν...». Οσο για τα Δεκεμβριανά, μολονότι τα έζησε στο πετσί του στα 13 του, ως όμηρος του ΕΛΑΣ μαζί με τη μητέρα του, το διακύβευμά τους χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να το συνειδητοποιήσει.

Από μια πλευρά, λοιπόν, το «Show...» διαβάζεται κι ως καρπός της περιέργειας του Κουμανταρέα να εξερευνήσει τα περασμένα με το βλέμμα της ωριμότητας. Ν' αποτιμήσει την περίφημη αστική τάξη απ' την οποία κρατάει η σκούφια του και κάποιες από τις συνήθειές του, κι ας αποστάτησε εγκαίρως από τους κόλπους της χάρη στην γνωριμία του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη, τον Γκάτσο και τα νυχτοπερπατήματά του με «λαϊκά παιδιά».

Ν' αποτυπώσει την ατμόσφαιρα του μεσοπολέμου, τότε που «ήταν πολύ της μόδας να είσαι γερμανόφιλος», και που οι καλλιεργημένοι Αθηναίοι, στα μάτια ενός κοσμοπολίτη, φάνταζαν «ολίγον τι νερόβραστοι», «επαρχιώτες», «αθεράπευτα ρομαντικοί». Να δει τον Μεταξά όχι με το κοστούμι του δικτάτορα αλλά μ' αυτό του πατριώτη, τοποθετώντας τον σαν τη μύγα μες το γάλα ανάμεσα σε καλοζωισμένους και με κοντή μνήμη κοσμικούς, λίγες ώρες πριν του επιδοθεί από τον πρεσβευτή Γκράτσι το τελεσίγραφο των Ιταλών.

Κι ακόμα, «με το πλεονέκτημα της απόστασης», όπως λέει, να προσεγγίσει τις απαρχές του εμφυλίου, για τα αίτια του οποίου δεν τρέφει πια αμφιβολίες, «ήταν ξεκάθαρα ταξικά»:«Μπορεί το αριστερό κίνημα να είχε διαμορφωθεί πριν από τον πόλεμο, αλλά στην Κατοχή το χάσμα ήταν δεδομένο. Ο λαός από τη μια, οι συνεργάτες του εχθρού από την άλλη. Η πρώτη φορά που η αστική τάξη ένιωσε πραγματικά πως κινδυνεύει, ήταν στα Δεκεμβριανά». Η νουβέλα, άλλωστε, που τον δυσκόλεψε περισσότερο, δεν το κρύβει, ήταν η τελευταία, αυτή που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο.

«Φωτογράφισε τους Ελληνες, όχι εμάς. The Greeks! Μ' ακούς; Το show είναι των Ελλήνων», είπε ο Τσόρτσιλ στον ουκρανό φωτογράφο Ντμίτρι Κέσελ, το βράδυ της 26ης Δεκεμβρίου του '44, σ' εκείνη την ιστορική σύσκεψη όπου εκπρόσωποι απ' όλο το εγχώριο πολιτικό φάσμα, μαζί με ξένους πρέσβεις και στρατηγούς, κρατούσαν την μεταπολεμική τύχη της Ελλάδας στα χέρια τους.

Η σύσκεψη και το θεατρικό
Τα πρακτικά της παραπάνω σύσκεψης καθώς κι εκείνης που ακολούθησε την επομένη, μεταξύ Ελλήνων αυτή τη φορά, ο Κουμανταρέας τα είχε μελετήσει ενδελεχώς πριν από μερικά χρόνια, με την προοπτική να γράψει ένα θεατρικό έργο που θα σκηνοθετούσε ο Παντελής Βούλγαρης στο Εθνικό. «Το σχέδιο ματαιώθηκε, καθώς ο Νίκος Κούρκουλος θεώρησε στατικό το κείμενο και δεν έδωσε συνέχεια, αλλά κι εγώ απ' τη μεριά μου δεν ήθελα να κρατώ τόση δουλειά φυλακισμένη στα συρτάρια μου. Πείσμωσα. Πράγματι, ήταν ένα μπουκωμένο από ιστορικά στοιχεία γραπτό, και κάθε φορά που το επεξεργαζόμουν, όλο και αφαιρούσα...».

Το βασικό του μυθοπλαστικό εύρημα, πάντως, έμεινε αναλλοίωτο: και στην νουβέλα, τα πρακτικά ζωντανεύουν σαν σε θεατρική παράσταση, μ' έναν μισότρελο γέρο, συνταξιούχο διπλωματικό υπάλληλο κι αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων, να ερμηνεύει μόνος τους όλους τους ρόλους -του Τσόρτσιλ, του Σκόμπι, του Σιάντου, του Παρτσαλίδη, του Παπανδρέου, του Κανελλόπουλου...- ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο στην Ιστορία σ' έναν νεοπροσληφθέντα γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών.

«Τυχοδιώκτης» ο Παπανδρέου
Στα μάτια του συγγραφέα, ο τελευταίος αντιπροσωπεύει «τον χαρακτηριστικό τύπο του σημερινού, αδιάφορου και κολλημένου στο κινητό του ανθρώπου», ο οποίος χάρη στο παραπάνω ιδιότυπο σεμινάριο επιτέλους αφυπνίζεται. «Γιατί να παραδώσουμε τα όπλα στους Αγγλους;», ρωτάει ο παλιός τσαγκάρης και γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Γιώργης Σιάντος. «Αυτοί μας τα έδωκαν; Εάν δε βρεθεί μια λύση, δεν πρόκειται να τα καταθέσουμε. Ούτε σε σαράντα χρόνια. Μπορεί κάποια στιγμή να φύγουμε από την Αθήνα, αλλά δεν θα σταματήσουμε να πολεμάμε». Σ' αυτήν τη φράση εμπεριέχεται όλος ο Εμφύλιος που ακολούθησε.

Και να τα λόγια του ηλικιωμένου ήρωα, όταν ο νεαρός τον ρωτά για τις συνέπειες που είχε ο αδελφοκτόνος πόλεμος: «Χάρις στους δεξιούς, ευτυχώς δεν μπήκαμε στο παραπέτασμα. Θα ήμασταν σήμερα κάτι σαν Αλβανία ή Βουλγαρία. Αλλά βεβαίως, τίποτε δεν άλλαξε, κι ο τόπος κυβερνήθηκε από το κεφάλαιο. Μπορεί ο λαός ν' απέκτησε ή να ονειρεύτηκε ότι θ' αποκτήσει κλουβιά σε πολυκατοικίες, κάρτες, μετοχές, ομόλογα, μα στην ουσία έμεινε με σκυμμένο το κεφάλι κι επιπλέον χρεωμένος. Ευχαριστήθηκες;».

Ο Μένης Κουμανταρέας θεωρεί πως οι έλληνες πολιτικοί τότε «δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Βρέθηκαν τελείως απροετοίμαστοι. Οι δεξιοί δεν μπορούσαν να φανταστούν αυτήν την επανάσταση, μικρογραφία και παρωδία συνάμα της Οκτωβριανής. Αλλά και οι αριστεροί φάνηκαν ανήμποροι να συμβαδίσουν με τους άλλους, που και πιο έμπειροι ήταν και καλύτερες διασυνδέσεις είχαν. Πρακτικά, σ' εκείνες τις δύο συσκέψεις, ένα μπάλωμα έγινε που απέτρεψε ένα μεγαλύτερο αιμοτοκύλισμα στην Αθήνα, στήνοντας μια γέφυρα συνεννόησης που οδήγησε στη Συμφωνία της Βάρκιζας».

Να' ναι άραγε τυχαίο το αρνητικό πορτρέτο που σκιαγραφεί του Γεώργιου Παπανδρέου; «Ετσι αισθάνομαι πως ήταν» επιμένει. «Ενας τυχοδιώκτης. Πατριώτης μεν, αλλά επιπόλαιος και καθαρά εξαρτώμενος από τους Αγγλους. Ο Παπανδρέου εξιλεώθηκε με τον Ανένδοτο...».Αν στη συγκεκριμένη νουβέλα το βασικότερο μέλημά του ήταν να είναι ακριβοδίκαιος, στις άλλες δύο που προηγούνται, ο Κουμανταρέας αφήνεται πολύ πιο ελεύθερος να περάσει κάτω από τις γραμμές προσωπικά του στοιχεία.

Ο «Κύριος Μπάτερφλαϊ», ο πρωταγωνιστής της δεύτερης ιστορίας, αυτός ο άβουλος αστός, κατ' επίφασιν δικηγόρος κι ερασιτέχνης συγγραφέας, που αυτομαστιγώνεται ως αμετανόητος ντιλετάντης της όπερας και άτολμος ρέκτης του αγοραίου έρωτα, «καθρεφτίζει ένα κομμάτι του εαυτού μου», λέει: «Οσο κι αν ξέφυγα από την τάξη μου, όσο κι αν μετά βίας ανέχομαι τους Κολωνακιώτες ή τους νεόπλουτους, είναι αδύνατο ν' απαρνηθώ εντελώς την καταγωγή μου, τα έπιπλα των γονιών μου, τα χρήματα που μου άφησαν, τους καλούς τρόπους, την εύρυθμη λειτουργία του εικοσιτετραώρου. Ακόμα κι η κλασική μουσική, παραμένει κεντρικό μέρος της ζωής μου. Οποτε όμως πηγαίνω στο Μέγαρο, ενοχλούμαι από τη φάρα των μεγαλογιατρών, των μεγαλοδικηγόρων και των μεγαλοεπιχειρηματιών, ιδίως όταν έρχονται εδώ μεγάλες ορχήστρες. Γιατί όταν παίζουν οι δικές μας, βλέπεις πρόσωπα ανθρώπινα και νεολαία, πολλή νεολαία...».

Αχ, αυτή η νεολαία! Ο Κουμανταρέας την υμνεί δεόντως στο βιβλίο του, καθώς δανειζόμενος το βλέμμα του ταλαιπωρημένου από την τραχειοτομή Καβάφη, λες και φλερτάρει κι ο ίδιος με τον σφύζοντα από ενέργεια Μητρόπουλο. Εναν νέο στην ακμή της ηλικίας του, έναν ήδη γνωστό στην Ευρώπη μαέστρο, που παλεύει να είναι «Δυτικός και Ελληνας μαζί», και που ενώ ως θρησκευόμενος, επιθυμεί μια ζωή αποστολική, οι ηδονές τον κάνουν να ριγά ολόκληρος. Στην εναρκτήρια νουβέλα «Μια μέρα από τη ζωή τους», παρακολουθούμε τη συνάντηση αυτών των δύο κορυφαίων δημιουργών, κατ' εξοχήν αντιρομαντικών, με κοινή περιφρόνηση προς τον επαρχιωτισμό και με την ίδια σεξουαλική ιδιαιτερότητα, δυο «ανθρώπων της απόκρυψης», χωρίς όμως να διαβάζουμε πουθενά τα επώνυμά τους. «Δεν μου πήγαινε να τα βάλω. Ηταν μια συνειδητή παράλειψη που με βοήθησε πολύ δίνοντάς μου ένα ημίφως κεριών, όπως ακριβώς το φανταζόμουν. Ενιωθα μια συστολή απέναντι σ' αυτά τα μυθικά πρόσωπα, κι ήθελα να σταθώ ταπεινά απέναντί τους».

Ζει ο επαρχιωτισμός
Πόσο διαφορετική είναι άραγε η σημερινή πνευματική Αθήνα από εκείνη του '32; «Τώρα βρισκόμαστε πιο κοντά στα διεθνή ρεύματα, κι αντί για τη γαλλική κουλτούρα κυρίαρχη είναι η αμερικάνικη. Από τον επαρχιωτισμό, όμως, δεν έχουμε απαλλαγεί. Υπάρχει πάντα μια δουλικότητα σ' ό,τι έρχεται από το εξωτερικό». Ο ίδιος άραγε δεν θα 'θελε να διαβάζονται τα έργα του έξω απ' τα σύνορά μας; «Βλέποντας την τύχη που είχαν τα μεταφρασμένα βιβλία μου από κάποιους μικρούς οίκους - ο γαλλικός, μάλιστα, που είχε εκδώσει την "Φανέλα" και τον "Λογαχό" έκλεισε!- έχασα το ενδιαφέρον μου. Ποτέ δεν το κυνήγησα συστηματικά, απλώς για ένα διάστημα βαυκαλίστηκα ότι κάτι μπορεί να γίνει. Παρηγοριέμαι με την ιδέα ότι, αν ήμουν Εγγλέζος ή Αμερικανός, σίγουρα θα μεταφραζόμουν στην Ελλάδα... Κι έτσι κοιμάμαι ήσυχα, χωρίς αυταπάτες».

Δεν υπάρχουν σχόλια: